Wednesday, June 28, 2006

«Μου επιτρέπετε να σας πω ότι είστε ωραία;»

ΕΠΩΝΥΜΩΣ

«Μου επιτρέπετε να σας πω ότι είστε ωραία;»

«Τι όμορφες είναι οι γυναίκες που ήταν κάποτε όμορφες, και στις οποίες επιστρέφει ξαφνικά η ομορφιά σε μια χειρονομία, μια ματιά, μια κίνηση του στόματος, κάτι δύσκολο να προσδιοριστεί, που όμως με έλκει και με συγκινεί, και όπου ο θάνατος έχει μετατραπεί στη "ζωντανή" ανάφλεξη ενός πυραύλου από δάκρυα.

Μένει δύο σπίτια πιο κάτω, ανεβαίνει τον δρόμο με δυσκολία κατακτώντας κάθε μέτρο, κάθε τόσο ακουμπά σ' έναν τοίχο, γεμίζει τα πνευμόνια της και συνεχίζει. Το κραγιόν τρέχει από το στόμα της, η βαφή των ματιών της ξεθωριάζει, αλλά εκείνη κρατά την υπερηφάνεια ενός ιστιοφόρου και το άρωμά της εξακολουθεί να αιωρείται για αρκετή ώρα αφού έχει απομακρυνθεί. "Μου επιτρέπετε να σας πω ότι είστε ωραία;", τη ρωτάω, κι εκείνη απαντά με ένα χαμόγελο που θυμίζει το φιτίλι που τρέμει μέσα στο καντήλι όταν ανοίγει η πόρτα της εκκλησίας, και συνεχίζει να τρέμει, το δύστυχο, μέχρι να σβήσει.

Ο άνδρας της την ακολουθεί κρατώντας τη σακούλα με τα ψώνια, και με συγκινεί η τέλεια γραβάτα του, το προσεκτικό χτένισμα που κρύβει τη φαλάκρα του, οι διστακτικές ματιές που ρίχνει στα κορίτσια γύρω του.

Τι θα κάνουν όταν φτάσουν στο σπίτι; Θα κάτσουν αντικρυστά στο στρογγυλό τραπέζι με δύο ποτήρια χαμομήλι; Θα διαβάσουν περιοδικά με διαζύγια ηθοποιών; Θα ποτίσουν τα λουλούδια; Θα κουβεντιάσουν; Εκείνη ραντίζει τα λουλούδια με ένα ειδικό πιστόλι, ύστερα επιστρέφει στο τραπέζι με το πιστόλι στο χέρι, "θα σκοτώσει τον άνδρα της", σκέφτομαι, αλλά εκείνη το ακουμπά στο τραπέζι, δίπλα στο χαμομήλι, ενώ εκείνος βγάζει από την τσέπη του ένα καθρεφτάκι και ισιώνει με υπομονή τις ατίθασες τρίχες. Καθώς το νοίκι του διαμερίσματος είναι χαμηλό, ο ιδιοκτήτης δεν επισκευάζει τις διαρροές της υγρασίας στους τοίχους, κι έτσι εκείνοι καλύπτουν τους λεκέδες με πίνακες, άλογα που καλπάζουν, ένα σκυλί που περιμένει να το βγάλουν βόλτα. Είχαν κι εκείνοι κάποτε ένα σκυλί, που το παρέσυρε ένα αυτοκίνητο, και στο κομοδίνο υπάρχει μια φωτογραφία τους με το σκυλί, που την έβγαλαν σε μια εκδρομή. Κάθε τόσο ανοίγει ένα συρτάρι και βγάζει το λουρί, ενώ θυμάται τον ιδιοκτήτη του καταστήματος με ρούχα όπου δούλεψε για 18 χρόνια, έναν άνδρα που της έλεγε να τον φιλά στο μέτωπο, "εδώ", της έδειχνε με το δάκτυλο, κι όταν έφυγε για τη Βενεζουέλα τής υποσχέθηκε ότι θα της στείλει το εισιτήριο για να πάει να τον βρει, αλλά για κάποιο λόγο δεν το έκανε ποτέ».

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΡΤΟΓΑΛΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΝΤΟΝΙΟ ΛΟΜΠΟ ΑΝΤΟΥΝΕΣ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ «ΕΛ ΠΑΙΣ» - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΑ «ΝΕΑ»)

0 Comments:

Post a Comment

<< Home