Εριδα για τα οστά του Μπόρχες
«Στη Γενεύη αισθάνομαι μια παράδοξη χαρά. Μου φαίνεται περίεργο ότι κανείς δεν κατανοεί και δεν σέβεται την απόφαση ενός άνδρα να γίνει αόρατος». Η επιστολή, με ημερομηνία 6 Μαΐου 1986, απευθυνόταν στον Ρικάρντο Ουτρίγια, επικεφαλής τότε του ισπανικού ειδησεογραφικού πρακτορείου Efe. Ηταν μια ύστατη έκκληση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες να τον αφήσουν ήσυχο, όσοι, κυρίως Αργεντινοί, δημοσιογράφοι τον καταδίωκαν παντού, περιμένοντας ώρες έξω απ' το ξενοδοχείο του. Λίγες μέρες αργότερα, στις 14 Ιουνίου, ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας πέθανε και τάφηκε στο κοιμητήριο του Plainpalais της Γενεύης.
Η επιστολή, που σήμερα ανήκει στο αρχείο του Efe, είναι για τη χήρα του, Μαρία Κοδάμα, ένα από τα βασικά της επιχειρήματα εναντίον της πεισματικής εμμονής της Μαρία Μπεατρίζ Λενζ: βουλευτίνα στο «περονικό» κόμμα η τελευταία, εννοούσε μέχρι πρότινος να καταθέσει νομοσχέδιο, που θα ανοίξει το δρόμο για τον επαναπατρισμό των οστών του Μπόρχες. Ενθερμος υποστηρικτής της ήταν και ο πρόεδρος της Αργεντινής Εταιρείας Συγγραφέων, Αλεχάντρο Βακάρο. Και οι δύο επικαλούνταν την επιθυμία που είχε εκφράσει ο Μπόρχες στη νεότητά του, «να αναπαυτώ στον οικογενειακό μου τάφο» στο κοιμητήριο Recoleta του Μπουένος Αϊρες.
Εξοργισμένη η Κοδάμα, τους απάντησε πως «σε μια Δημοκρατία, κανένας πολίτης και κανένα κόμμα δεν μπορούν να διεκδικούν το ιερότερο από το σώμα ενός ανθρώπου». Στο πλευρό της τάχθηκε και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, που μίλησε για μια «απεχθή φάρσα». Ο Περουβιανός συγγραφέας, σίγουρος, μάλιστα, ότι την ιδέα «υποστηρίζει και η ίδια η πρόεδρος της Αργεντινής, Κριστίνα Φερνάντεζ ντε Κίρχνερ, καθώς και ο σύζυγός της, πρώην πρόεδρος, Νέστορ Κίρχνερ», σχολίασε ότι «η κυβέρνησή τους εκπροσωπεί και μάλιστα με τρόπο εμβληματικό όλα όσα αρνήθηκε και κατήγγειλε ο Μπόρχες με τη ζωή και το έργο του: τη δημαγωγία, τον λαϊκισμό, το κακό γούστο και τη χοντροκοπιά». Επειτα από όλες αυτές τις αντιδράσεις, η Λενζ φαίνεται πως ανέκρουσε -για την ώρα τουλάχιστον- πρύμναν.
Οι σχέσεις του συγγραφέα του «Βιβλίου των φανταστικών όντων» και της «Παγκόσμιας Ιστορίας της Ατιμίας» με την κυβέρνηση του Περόν υπήρξαν κάθε άλλο παρά ανθηρές. Στη διάρκεια της πρώτης προεδρικής θητείας του στρατηγού Χουάν Περόν, το 1946, ο Μπόρχες, ως διαφωνών, απομακρύνθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη στην οποία εργαζόταν και διορίστηκε «επιθεωρητής στα πουλερικά» της κεντρικής αγοράς!
Το λογοτεχνικό του ταλέντο είχε σχεδόν αγνοηθεί από τη χώρα του, μέχρι που τον ανακάλυψε ο περίφημος Γάλλος συγγραφέας Ροζέ Καγιουά και τον μετέφρασε στα γαλλικά τη δεκαετία του '60. «Ο Μπόρχες», τονίζει ο Λιόσα, «δεν ανήκει στην Αργεντινή, αλλά στους αναγνώστες του». Δίνει, μάλιστα, μια συμβουλή σε όσους θέλουν να αποφύγουν τις «μεταθανάτιες ενέδρες»: να επιλέξουν, ως ύστατη επιθυμία, την καύση και να ζητήσουν οι στάχτες τους να σκορπιστούν.
Η σύντροφος του Μπόρχες, Μαρία Κοδάμα, κάτω απ' το πορτρέτο του |
Εξοργισμένη η Κοδάμα, τους απάντησε πως «σε μια Δημοκρατία, κανένας πολίτης και κανένα κόμμα δεν μπορούν να διεκδικούν το ιερότερο από το σώμα ενός ανθρώπου». Στο πλευρό της τάχθηκε και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, που μίλησε για μια «απεχθή φάρσα». Ο Περουβιανός συγγραφέας, σίγουρος, μάλιστα, ότι την ιδέα «υποστηρίζει και η ίδια η πρόεδρος της Αργεντινής, Κριστίνα Φερνάντεζ ντε Κίρχνερ, καθώς και ο σύζυγός της, πρώην πρόεδρος, Νέστορ Κίρχνερ», σχολίασε ότι «η κυβέρνησή τους εκπροσωπεί και μάλιστα με τρόπο εμβληματικό όλα όσα αρνήθηκε και κατήγγειλε ο Μπόρχες με τη ζωή και το έργο του: τη δημαγωγία, τον λαϊκισμό, το κακό γούστο και τη χοντροκοπιά». Επειτα από όλες αυτές τις αντιδράσεις, η Λενζ φαίνεται πως ανέκρουσε -για την ώρα τουλάχιστον- πρύμναν.
Οι σχέσεις του συγγραφέα του «Βιβλίου των φανταστικών όντων» και της «Παγκόσμιας Ιστορίας της Ατιμίας» με την κυβέρνηση του Περόν υπήρξαν κάθε άλλο παρά ανθηρές. Στη διάρκεια της πρώτης προεδρικής θητείας του στρατηγού Χουάν Περόν, το 1946, ο Μπόρχες, ως διαφωνών, απομακρύνθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη στην οποία εργαζόταν και διορίστηκε «επιθεωρητής στα πουλερικά» της κεντρικής αγοράς!
Το λογοτεχνικό του ταλέντο είχε σχεδόν αγνοηθεί από τη χώρα του, μέχρι που τον ανακάλυψε ο περίφημος Γάλλος συγγραφέας Ροζέ Καγιουά και τον μετέφρασε στα γαλλικά τη δεκαετία του '60. «Ο Μπόρχες», τονίζει ο Λιόσα, «δεν ανήκει στην Αργεντινή, αλλά στους αναγνώστες του». Δίνει, μάλιστα, μια συμβουλή σε όσους θέλουν να αποφύγουν τις «μεταθανάτιες ενέδρες»: να επιλέξουν, ως ύστατη επιθυμία, την καύση και να ζητήσουν οι στάχτες τους να σκορπιστούν.
