Wednesday, September 23, 2009

Η τέχνη στην Κρίση

Σωτήρης Γκορίτσας, σκηνοθέτης
Ας βυθιστούμε φωταγωγημένοι

Παλαιότερα πίστευα ότι η δημιουργία στην τέχνη χρειάζεται συνθήκες στέρησης και κρίσης. Παράδειγμα η δεκαετία του ’60, η δικτατορία κ.λπ. Και ότι στις περιόδους ειρήνης, παραμονεύει για τον δημιουργό η παγίδα που λέγεται επανάληψη, μανιέρα. Λάθος μου! Δεν είχα φανταστεί την κρίση που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα. Μια ιλιγγιώδη κούρσα προς τον γκρεμό ανάμεσα από τις φωτιές που καίνε τη χώρα. Η παραγωγή πολιτισμού σήμερα μοιάζει σαν να προσπαθείς να ισιώσεις τα καδράκια που έχουν στραβώσει στην τραπεζαρία του Τιτανικού! Αλλά και τι άλλο να κάνεις; Ας βυθιστούμε τουλάχιστον φωταγωγημένοι και με κάποιο έστω στυλ. Το κοινό της τέχνης πάντα ζητούσε και τα δύο: Και να αναγνωρίζει δηλαδή τον εαυτό του και τους γύρω του, με τα καλά του και τα χάλια του. Και να νιώσει στο τέλος, με τη ματιά του δημιουργού να τον αγκαλιάζει, ότι κατάφερε να διακρίνει την αμυδρή εκείνη αχτίδα φωτός που δύσκολα διακρίνουμε στη ζωή μας.


Κατερίνα Ευαγγελάκου, σκηνοθέτις

Οι νόμοι δεν γεννούν ταλέντα ούτε ομορφιά
 

Στην Ελλάδα γίνονται όμορφα πράγματα, από όμορφους και ταλαντούχους ανθρώπους, την ίδια στιγμή που άσχημοι άνθρωποι με μάλλον κακές συνήθειες, ξοδεύουν χρήματα, από πτωχευμένα ταμεία, για τις προεκλογικές τους εκστρατείες. Οι νόμοι δεν γεννούν ταλέντα ούτε ομορφιά. Μπορούν, ίσως, να υποστηρίξουν τα όμορφα πράγματα, όπου υπάρχουν. Μακάρι να το έκαναν.


Ν. Ε. Καραπιδάκης, ιστορικός
Είναι ταυτόχρονα θέση και αντίθεση

Ο πολιτισμός είναι παντού. Και πάντα. Πιο ναρκισσιστικός σε περιόδους κανονικότητας και βεβαιότητας, πιο ώριμος σε περιόδους κρίσης και αβεβαιότητας. Στην πρώτη περίπτωση οι άνθρωποι αυτοθαυμάζονται και ζητούν από τον πολιτισμό τους να τους ανταποδώσει την εικόνα που θέλουν να έχουν για τον εαυτό τους. Αντανακλάται τότε, μέσα στα έργα τέχνης, η εξιδανικευμένη και γαλήνια εικόνα μιας κοινωνίας που τα μέλη της δεν θα ήθελαν να τη δουν να αλλάζει. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η τέχνη είναι συμφιλιωμένη με την κοινωνία της, τη συνθέτει. Αλίμονο, όμως, οι εικόνες είναι φαντασιώσεις και διαλύονται στον χρόνο που παίρνει μαζί του και την κοινωνία και την τέχνη που τις παρήγαγε.

Σε περιόδους κρίσης και αβεβαιότητας, οι άνθρωποι γίνονται πιο στοχαστικοί μπροστά στις εικόνες τους και αμφισβητούν τις εξιδανικεύσεις τους. Δεν τις εμπιστεύονται άλλο• αναζητούν νέες, στην απόχρωση της μελαγχολίας τους. Σε αυτή την περίπτωση ο πολιτισμός δεν είναι πια η σύνθεση μιας θέσης και μιας αντίθεσης, αλλά είναι θέση και αντίθεση ταυτόχρονα. Ζούμε, πιστεύω, μια τέτοια περίοδο που δίδει τον δικό της πολιτισμό, αναθεωρώντας τις εικόνες μας. Ο πολιτισμός, άλλωστε, παύει να παράγεται όταν μια κοινωνία αρνηθεί στον εαυτόν της τη δυνατότητα του αναστοχασμού της, επιμένοντας στον ναρκισσισμό της.


Θαν. Παπακωνσταντίνου, συνθέτης
Η Τέχνη μας δίνει τα ειδικά γυαλιά

Τέχνη μπορεί να παραχθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Και βέβαια, αυτή η «τοπική» κοινωνική αβεβαιότητα δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά στη λυσσαλέα υπαρξιακή αβεβαιότητα, που, νομίζω, κινεί διαχρονικά τα νήματα της δημιουργίας.

Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βάλλεται από παντού. Από τις βάναυσες εξουσιαστικές δομές, από τον πόνο, σωματικό και ψυχικό, από το ανοίκειο του προαναγγελθέντος θανάτου κ.ά. Η τέχνη έρχεται, με τη γοητευτική, μυστηριακή της υπόσταση να στηρίξει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, είναι παρηγορητική. Οχι όμως μέσα από το ψέμα ούτε μέσα από την αλήθεια. (Ούτως ή άλλως, δεν ξέρω αν υπάρχει μία μοναδική αλήθεια.) Το καταφέρνει περιγράφοντας –όχι εξηγώντας– όσο πιο καθαρά γίνεται τα μυστήρια της ζωής. Μας προσφέρει τα ειδικά γυαλιά για να κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο της ύπαρξης. «Η τέχνη δεν είναι απλή διασκέδαση, αλλά βαθύς στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση» (ERGUNER).

ΥΓ.: Τις ερωτήσεις έστειλε η Γιούλη Επτακοίλη / κι αυτός, ως δημογέροντας, / στης παρλαπίπας τα ρηχά / όφειλε να εξοκείλει.

Wednesday, September 16, 2009

Το νόημα της ζωής

Τι είναι η ζωή; Το ερώτημα αναδύθηκε στο μυαλό μου καθώς κοίταζα δύο πιθήκους, τον Κάντο, 27 ετών, και τον Οουεν, 29, που οι φωτογραφίες τους δημοσιεύθηκαν πριν από λίγες μέρες στους «Νιου Γιορκ Τάιμς».
Οι πίθηκοι συμμετέχουν σ’ ένα μακροχρόνιο πείραμα για τη γήρανση, που διεξάγεται από μια ομάδα του Πανεπιστημίου του Γουισκόνσιν. Ο Κάντο ακολουθεί μια περιορισμένη διατροφή με 30% λιγότερες θερμίδες από τη συνήθη, ενώ ο Οουεν μπορεί να φάει όσο τραβάει η όρεξή του.
Προκαταρκτικά συμπεράσματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Science είκοσι χρόνια αφότου άρχισε το πείραμα, «δείχνουν ότι ο περιορισμός των θερμίδων επιβραδύνει τη γήρανση στα πρωτεύοντα», έγραψαν οι επιστήμονες που διευθύνουν το πείραμα. Ενώ μόνο το 13% των πιθήκων της ομάδας που έκανε δίαιτα πέθαναν από λόγους που θεωρήθηκαν ότι οφείλονται στη μεγάλη ηλικία, 37% των φαγάδων πιθήκων είναι ήδη νεκροί.
Τα συμπεράσματα αυτά αμφισβητήθηκαν από άλλους επιστήμονες για διάφορους λόγους που δεν θέλω να σας κουράσω αναφέροντάς τους – η κούραση μειώνει το προσδόκιμο επιβίωσης.
Ωστόσο, προτού αφήσετε στο πιάτο τις τηγανητές πατάτες σας, υπάρχει ένα θέμα που με απασχολεί: πώς αισθάνονται αυτά τα πρωτεύοντα θηλαστικά –που ο μέσος όρος επιβίωσής τους στη Φύση είναι 27 χρόνια (με μάξιμουμ τα 40)– και πώς επηρεάζουν τα αισθήματά τους την επιθυμία τους να ζήσουν.
Τα συναισθήματα των πιθήκων ήταν μέρος της παιδικής μου ηλικίας. Ο πατέρας μου, που ήταν γιατρός, ασχολιόταν μαζί τους όλη του τη ζωή. Το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ ήταν πάνω στον μηνιαίο κύκλο των μπαμπουίνων. Οταν εγκαταστάθηκε στη Βρετανία, έφερε μαζί του μερικούς από αυτούς τους μπαμπουίνους και τελικά χάρισε ένα ζευγάρι στον Ζωολογικό Κήπο του Λονδίνου. Οταν επισκέφθηκε τον κήπο πολύ αργότερα, δέχθηκε έναν βαθύφωνο χαιρετισμό από τους μπαμπουίνους, που όρμησαν στο μπροστινό μέρος του κλουβιού τους για να του πουν πόσο τον είχαν επιθυμήσει. Δίδαγμα της ιστορίας: Μην υποτιμάτε τα συναισθήματα των πιθήκων.
Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στον λιγόφαγο Κάντο και τον καλοφαγά Οουεν: Ο Κάντο δείχνει άκεφος, κουρασμένος, ωχρός και δυστυχής μέσα στην αδυναμία του· τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα, τα μάτια άδεια, η έκφρασή του να φωνάζει: «Παρακαλώ, όχι άλλο πιάτο με σπόρια!»
Ο καλοθρεμμένος Οουεν, αντίθετα, είναι ένας χαρούμενος τύπος με πονηρό χαμόγελο, αραχτός, παχουλός, με μάτια που σπιθίζουν, τρίχωμα που λάμπει, ήρεμος και χαλαρός σαν να διάβασε μόλις Κίρκεργκορ και να συμπέρανε ότι «τη ζωή πρέπει να τη ζούμε προς τα μπρος, αλλά μπορούμε να την καταλάβουμε μόνο προς τα πίσω».
Είναι η διαφορά ανάμεσα στον τύπο που έφαγε ένα υπέροχο μοσχαράκι μπουργκινιόν και εκείνον που πήρε μια μερίδα βραστό στήθος κοτόπουλου. Ή ανάμεσα σ’ αυτόν που ήπιε ένα Σατό Γκραν Ποντέ Σεντ Εμιλιόν με το φαγητό του κι εκείνον που ήπιε σκέτο νερό.
Μιλώντας για το Σεντ Εμιλιόν, οι επιστήμονες, γνωρίζοντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαθέτουν την αυτοπειθαρχία να περικόψουν την πρόσληψη θερμίδων κατά το ένα τρίτο, αναζητούν ουσίες που θα μπορούσαν να μιμηθούν τα αποτελέσματα του θερμιδικού περιορισμού. Βρήκαν μια υποψήφια ουσία, την ρεσβερατρόλη, στο κόκκινο κρασί. Το ζήτημα είναι ότι δεν υπάρχει αρκετή ρεσβερατρόλη στο κρασί, έτσι οι επιστήμονες προσπαθούν να τη συμπυκνώσουν ή να παράξουν ένα παρόμοιο χημικό συστατικό που θα μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους το κέρδος (σε προσδόκιμο ζωής) χωρίς τον κόπο (τη δίαιτα).
Δεν με πείθει καθόλου αυτή η ιδέα για κέρδος χωρίς κόπο. Η δυαδικότητα κατοικεί στον πυρήνα της ζωής – οι δυο ψυχές μέσα στο στήθος του Φάουστ, η Αννα Καρένινα με τη διφορούμενη υπόστασή της. Η ζωή χωρίς τον θάνατο θα ήταν μίζερη. Η ομορφιά της είναι δεμένη με την ευάλωτη φύση της. Η αυγή είναι αδιανόητη χωρίς το δειλινό.
Οταν η επιμήκυνση της ζωής υποκαθιστά την ποιότητά της, έχουμε την απόγνωση του πιθήκου Κάντο. Το να ζήσω μέχρι τα 120 δεν μου λέει τίποτα. Ο Κάντο φαίνεται σαν να εκλιπαρεί να τον απαλλάξουμε από τη δυστυχία του.
Υπάρχει κι άλλη λύση εκτός από τη ρεσβερατρόλη. Κάτι εκκρίνεται στον οργανισμό του ερωτευμένου που προκαλεί γοργή απώλεια της όρεξης –θερμιδικός περιορισμός– κι όμως οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να αναπαράξουν αυτή τη θαυματουργή ουσία, γιατί αν το είχαν κάνει θα ήταν σαν να είχαν αποκωδικοποιήσει τον έρωτα. Η αγάπη είναι πολύ κοντά στο θείο, την ουσία της ζωής, και αποκρούει την αποκωδικοποίηση.
Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο στα 69 της. Ο πατέρας της είχε ζήσει μέχρι τα 98, η μητέρα της έφτασε τα 104. Είπα ότι η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο. Δεν είναι αλήθεια αυτό όμως. Ηταν διπολική και η κατάθλιψη την είχε καταρρακώσει. Εκείνο που της αφαίρεσε τη ζωή ήταν η δυστυχία.
Δεν καταλαβαίνουμε τι εκκρίνει το μυαλό. Η διαδικασία της γήρανσης παραμένει γεμάτη αινίγματα. Στοιχηματίζω ότι ο χαρούμενος Οουεν θα ζήσει πιο πολύ από τον κακομοίρη τον Κάντο. Υποψιάζομαι ότι εκείνοι οι επιστήμονες, με τους οποίους δεν σας κούρασα, έχουν δίκιο.
Ο 98χρονος παππούς μου είχε ένα ωραίο κόλπο για να μας εντυπωσιάζει τα καλοκαίρια – χάραζε ζιγκ-ζαγκ εγκοπές σ’ ένα καρπούζι προτού το αφήσει να ανοίξει σαν γιγαντιαίο κόκκινο λουλούδι. Ηταν τόσο όμορφο σαν κρίνος που ανοίγει – πολύ κοντά στο νόημα της ζωής.
Οταν ο πατέρας μου πήγαινε να παραλάβει τους μπαμπουίνους του στο αεροδρόμιο του Χίθροου, σταμάτησε σε ένα μανάβικο για να πάρει κάτι να τους κεράσει. «Ενα κιλό μπανάνες, παρακαλώ», είπε. Μπανάνες όμως δεν υπήρχαν. «Εντάξει, θα πάρω τότε ένα κιλό καρότα». Ο μανάβης τον κοίταξε πολύ παραξενεμένος προτού του δώσει τη σακούλα με τα καρότα.
Μπορώ ν’ ακούσω το γέλιο του 88χρονου πατέρα μου καθώς διηγείται αυτή την ιστορία. Το γέλιο μακραίνει τη ζωή. Πολύ λίγο γέλιο υπάρχει στη ζωή περιορισμένων θερμίδων και πιστεύω πως ο καλοφαγάς Οουεν θα γελάσει τελευταίος.